esforzar
Pronunciation
/ˌesfɔɾθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "esforzar"στα ισπανικά

esforzar
01

προσπαθώ, αγωνίζομαι

hacer un gran esfuerzo físico o mental para lograr algo
esforzar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esfuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esfuerza
ενεστώτα μετοχή
esforzando
απλός αόριστος
me esforcé
παθητική μετοχή
esforzado
Παραδείγματα
Los voluntarios se esforzaron para ayudar a la comunidad.
Οι εθελοντές προσπάθησαν να βοηθήσουν την κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store