Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esforzar
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
hacer un gran esfuerzo físico o mental para lograr algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esfuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esfuerza
ενεστώτα μετοχή
esforzando
απλός αόριστος
me esforcé
παθητική μετοχή
esforzado
Παραδείγματα
Los voluntarios se esforzaron para ayudar a la comunidad.
Οι εθελοντές προσπάθησαν να βοηθήσουν την κοινότητα.



























