esforzar
es
es
es
for
foɾ
for
zar
ˈθaɾ
thar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "esforzar"στα ισπανικά

esforzar
01

προσπαθώ, αγωνίζομαι

hacer un gran esfuerzo físico o mental para lograr algo 
esforzar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esfuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esfuerza
ενεστώτα μετοχή
esforzando
απλός αόριστος
me esforcé
παθητική μετοχή
esforzado
Παραδείγματα
Me esforzaré por mejorar mis notas este semestre. 

Θα προσπαθήσω να βελτιώσω τους βαθμούς μου αυτό το εξάμηνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store