Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esforzar
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
hacer un gran esfuerzo físico o mental para lograr algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esfuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esfuerza
ενεστώτα μετοχή
esforzando
απλός αόριστος
me esforcé
παθητική μετοχή
esforzado
Παραδείγματα
Me esforzaré por mejorar mis notas este semestre.
Θα προσπαθήσω να βελτιώσω τους βαθμούς μου αυτό το εξάμηνο.



























