Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La limpieza
01
καθαρισμός, καθαριότητα
acción de eliminar la suciedad o mantener algo sin manchas ni desorden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La limpieza de la oficina es responsabilidad del personal.
Ο καθαρισμός του γραφείου είναι ευθύνη του προσωπικού.



























