Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La limpieza
01
καθαρισμός, καθαριότητα
acción de eliminar la suciedad o mantener algo sin manchas ni desorden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La limpieza es importante para la salud.
Η καθαριότητα είναι σημαντική για την υγεία.



























