la limpieza
Pronunciation
/limpjˈeθa/

Ορισμός και σημασία του "limpieza"στα ισπανικά

01

καθαρισμός, καθαριότητα

acción de eliminar la suciedad o mantener algo sin manchas ni desorden
la limpieza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La limpieza de la oficina es responsabilidad del personal.
Ο καθαρισμός του γραφείου είναι ευθύνη του προσωπικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store