Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La opción
01
επιλογή
posibilidad de elegir entre dos o más cosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opciones
Παραδείγματα
Tienes la opción de quedarte o irte.
Έχεις την επιλογή να μείνεις ή να φύγεις.



























