la opción
op
op
op
ción
ˈθjon
thyon
monzónperdónapagóncrayón

Ορισμός και σημασία του "opción"στα ισπανικά

01

επιλογή

posibilidad de elegir entre dos o más cosas 
la opción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
opciones
Παραδείγματα
Tienes la opción de quedarte o irte. 

Έχεις την επιλογή να μείνεις ή να φύγεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store