el desalojo
Pronunciation
/dˌesalˈoxo/

Ορισμός και σημασία του "desalojo"στα ισπανικά

El desalojo
[gender: masculine]
01

έξωση, εκκένωση

acción de sacar a alguien de un lugar, especialmente una vivienda
el desalojo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desalojos
Παραδείγματα
El proceso de desalojo puede durar varias semanas.
Η διαδικασία έξωσης μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store