Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La digestión
[gender: feminine]
01
πέψη, διαδικασία πέψης
proceso por el que el cuerpo descompone y absorbe los alimentos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El ejercicio mejora la digestión.
Η άσκηση βελτιώνει την πέψη.



























