el despido
des
des
des
pi
ˈpi
pi
do
ðo
dho
erguidohervidoatraídoladrido

Ορισμός και σημασία του "despido"στα ισπανικά

01

απόλυση, απομάκρυνση

acción por la que una empresa termina la relación laboral con un trabajador 
el despido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
despidos
Παραδείγματα
El despido fue por motivos económicos. 

Η απόλυση ήταν για οικονομικούς λόγους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store