Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
citar
01
κανονίζω συνάντηση, κλείνω ραντεβού
acordar verse o reunirse con otra persona en un lugar y momento determinados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cito
γ΄ ενικό πρόσωπο
cita
ενεστώτα μετοχή
citando
απλός αόριστος
me cité
παθητική μετοχή
citado
Παραδείγματα
Los periodistas se citaron con el ministro.
Οι δημοσιογράφοι συνάντησαν τον υπουργό.



























