Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estudioso
01
μελετηρός, επίμονος
que estudia mucho y con dedicación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estudioso
συγκριτικός βαθμός
más estudioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estudioso
αρσενικό πληθυντικό
estudiosos
θηλυκό ενικό
estudiosa
θηλυκό πληθυντικό
estudiosas
Παραδείγματα
No soy tan estudioso como tú, pero hago mi esfuerzo.
Δεν είμαι τόσο μελετηρός όσο εσύ, αλλά προσπαθώ.



























