obtener
Pronunciation
/ˌɔbtenˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "obtener"στα ισπανικά

obtener
[past form: obtuve][present form: obtengo]
01

αποκτώ

conseguir algo que se desea, se busca o se merece
obtener definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
obtengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obtiene
ενεστώτα μετοχή
obteniendo
απλός αόριστος
obtuve
παθητική μετοχή
obtenido
Παραδείγματα
Él trabajó duro para obtener ese puesto.
Δούλεψε σκληρά για να αποκτήσει αυτή τη θέση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store