Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
progresar
01
προοδεύω, προχωρώ
avanzar o mejorar en algo con el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
progreso
γ΄ ενικό πρόσωπο
progresa
ενεστώτα μετοχή
progresando
απλός αόριστος
progresé
παθητική μετοχή
progresado
Παραδείγματα
A pesar de las dificultades, la ciencia sigue progresando.
Παρά τις δυσκολίες, η επιστήμη συνεχίζει να προοδεύει.



























