Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ánimo
01
διάθεση
estado emocional o energía que tiene una persona en un momento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ánimos
Παραδείγματα
Tiene buen ánimo hoy.
Έχει καλή διάθεση σήμερα.



























