Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quisquilloso
01
επιλεκτικός, δύσκολος
que se molesta o se queja fácilmente por cosas pequeñas o sin importancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más quisquilloso
συγκριτικός βαθμός
más quisquilloso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quisquilloso
αρσενικό πληθυντικό
quisquillosos
θηλυκό ενικό
quisquillosa
θηλυκό πληθυντικό
quisquillosas
Παραδείγματα
Él es muy quisquilloso con la comida.
Είναι πολύ επιλεκτικός με το φαγητό.



























