quisquilloso
Pronunciation
/kˌiskiʎˈoso/

Ορισμός και σημασία του "quisquilloso"στα ισπανικά

quisquilloso
01

επιλεκτικός, δύσκολος

que se molesta o se queja fácilmente por cosas pequeñas o sin importancia
quisquilloso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más quisquilloso
συγκριτικός βαθμός
más quisquilloso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quisquilloso
αρσενικό πληθυντικό
quisquillosos
θηλυκό ενικό
quisquillosa
θηλυκό πληθυντικό
quisquillosas
Παραδείγματα
No me gusta trabajar con gente quisquillosa.
Δεν μου αρέσει να δουλεύω με σχολαστικούς ανθρώπους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store