Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quirúrgico
01
χειρουργικός, χειρουργικός
relacionado con la cirugía o que tiene la precisión y exactitud características de una operación
Παραδείγματα
La luz del quirófano es brillante y fría, como la luz quirúrgica.
Το φως του χειρουργείου είναι φωτεινό και κρύο, όπως το χειρουργικό φως.



























