Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tumbar
[past form: me tumbé][present form: me tumbo]
01
ξαπλώνω, αναπαύομαι
echarse o recostarse sobre una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tumbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tumba
ενεστώτα μετοχή
tumbando
απλός αόριστος
me tumbé
παθητική μετοχή
tumbado
Παραδείγματα
No me gusta tumbarme en el suelo.
Δεν μου αρέσει να tumbarme στο πάτωμα.



























