Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tufo
01
δυσωδία, άσχημη μυρωδιά
olor fuerte, desagradable o penetrante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tufos
Παραδείγματα
Cerré la ventana porque el tufo de la fábrica entraba.
Έκλεισα το παράθυρο γιατί μπαίνονταν η βρωμιά του εργοστασίου.



























