firme
fir
ˈfiɾ
fir
me
me
me
firma

Ορισμός και σημασία του "firme"στα ισπανικά

01

στερεός, σταθερός

que no se mueve o cambia fácilmente; sólido y estable 
firme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más firme
συγκριτικός βαθμός
más firme
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
firme
αρσενικό πληθυντικό
firmes
θηλυκό ενικό
firme
θηλυκό πληθυντικό
firmes
Παραδείγματα
La mesa es muy firme y no se tambalea. 

Το τραπέζι είναι πολύ στερεό και δεν κουνιέται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store