Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
firme
01
στερεός, σταθερός
que no se mueve o cambia fácilmente; sólido y estable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más firme
συγκριτικός βαθμός
más firme
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
firme
αρσενικό πληθυντικό
firmes
θηλυκό ενικό
firme
θηλυκό πληθυντικό
firmes
Παραδείγματα
El juez tomó una decisión firme en el caso.
Ο δικαστής πήρε μια σταθερή απόφαση στην υπόθεση.



























