Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visual
01
οπτικός, οπτική
relacionado con la vista o la visión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
visual
αρσενικό πληθυντικό
visuales
θηλυκό ενικό
visual
θηλυκό πληθυντικό
visuales
Παραδείγματα
Usaron ayudas visuales durante la presentación.
Χρησιμοποίησαν οπτικά βοηθήματα κατά την παρουσίαση.
Λεξικό Δέντρο
visual
vision



























