Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La relación
[gender: feminine]
01
ερωτική σχέση, ρομαντική σχέση
vínculo amoroso o sexual entre dos personas
Παραδείγματα
La relación necesita confianza y respeto.
Η σχέση χρειάζεται εμπιστοσύνη και σεβασμό.
02
σύνδεση, σχέση
vínculo o asociación entre personas, cosas o ideas
Παραδείγματα
La relación entre causa y efecto es evidente.
Η σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος είναι εμφανής.



























