Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
columpiar
01
κουνιέμαι
moverse hacia adelante y hacia atrás sentado en un columpio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
columpio
γ΄ ενικό πρόσωπο
columpia
ενεστώτα μετοχή
columpiando
απλός αόριστος
me columpié
παθητική μετοχή
columpiado
Παραδείγματα
Los niños se columpian en el parque.
Τα παιδιά κουνιούνται στο πάρκο.



























