recorrer
Pronunciation
/rˌekɔrˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "recorrer"στα ισπανικά

recorrer
01

διασχίζω, περιηγούμαι

andar o visitar un lugar de un extremo a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recorro
γ΄ ενικό πρόσωπο
recorre
ενεστώτα μετοχή
recorriendo
απλός αόριστος
recorrí
παθητική μετοχή
recorrido
Παραδείγματα
Recorremos el parque cada mañana para hacer ejercicio.
Περιηγούμαστε στο πάρκο κάθε πρωί για να ασκούμαστε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store