recorrer
re
re
re
co
ko
ko
rrer
ˈrer
rer
amanecerposponerentenderconceder

Ορισμός και σημασία του "recorrer"στα ισπανικά

recorrer
01

διασχίζω, περιηγούμαι

andar o visitar un lugar de un extremo a otro 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recorro
γ΄ ενικό πρόσωπο
recorre
ενεστώτα μετοχή
recorriendo
απλός αόριστος
recorrí
παθητική μετοχή
recorrido
Παραδείγματα
Recorrimos la ciudad en un día. 

Διανύσαμε την πόλη σε μια μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store