envolver
en
em
em
vol
bol
bol
ver
ˈbeɾ
ber
amanecerposponerentenderconceder

Ορισμός και σημασία του "envolver"στα ισπανικά

envolver
01

τυλίγω, περιτυλίγω

cubrir algo total o parcialmente, generalmente con papel u otro material 
envolver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
envuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
envuelve
ενεστώτα μετοχή
envolviendo
απλός αόριστος
envolví
παθητική μετοχή
envuelto
Παραδείγματα
Voy a envolver el regalo con papel rojo. 

Πρόκειται να τυλίξω το δώρο με κόκκινο χαρτί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store