Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envolver
[past form: envolví][present form: envuelvo]
01
τυλίγω, περιτυλίγω
cubrir algo total o parcialmente, generalmente con papel u otro material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
envuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
envuelve
ενεστώτα μετοχή
envolviendo
απλός αόριστος
envolví
παθητική μετοχή
envuelto
Παραδείγματα
Envuelve el vaso con cuidado.
Τύλιξε το ποτήρι προσεκτικά.



























