Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estresar
[past form: me estresé][present form: me estreso]
01
αγχώνομαι, νιώθω άγχος
sentir estrés o ansiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estreso
γ΄ ενικό πρόσωπο
estresa
ενεστώτα μετοχή
estresando
απλός αόριστος
me estresé
παθητική μετοχή
estresado
Παραδείγματα
¿ Te estresas cuando hablas en público?
Αγχώνεσαι όταν μιλάς δημόσια ;
02
προκαλώ άγχος, αγχώνω
causar ansiedad, tensión o preocupación a alguien
Παραδείγματα
La mudanza próxima estresó a toda la familia.
Η επερχόμενη μετακόμιση προκάλεσε στρες σε όλη την οικογένεια.



























