estresar
est
est
est
re
ɾe
re
sar
ˈsaɾ
sar
estrellarestrecharestrenar

Ορισμός και σημασία του "estresar"στα ισπανικά

estresar
01

αγχώνομαι, νιώθω άγχος

sentir estrés o ansiedad 
estresar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estreso
γ΄ ενικό πρόσωπο
estresa
ενεστώτα μετοχή
estresando
απλός αόριστος
me estresé
παθητική μετοχή
estresado
Παραδείγματα
Me estreso antes de los exámenes. 

Εγώ αγχώνομαι πριν από τις εξετάσεις.

02

προκαλώ άγχος, αγχώνω

causar ansiedad, tensión o preocupación a alguien 
estresar definition and meaning
Παραδείγματα
El examen final me estresó mucho. 

Η τελική εξέταση με στρέσαρε πολύ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store