Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estresar
01
αγχώνομαι, νιώθω άγχος
sentir estrés o ansiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estreso
γ΄ ενικό πρόσωπο
estresa
ενεστώτα μετοχή
estresando
απλός αόριστος
me estresé
παθητική μετοχή
estresado
Παραδείγματα
Me estreso antes de los exámenes.
Εγώ αγχώνομαι πριν από τις εξετάσεις.
02
προκαλώ άγχος, αγχώνω
causar ansiedad, tensión o preocupación a alguien
Παραδείγματα
El examen final me estresó mucho.
Η τελική εξέταση με στρέσαρε πολύ.



























