Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estresado
01
αγχωμένος, τεταμένος
que siente mucho estrés o tensión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estresado
συγκριτικός βαθμός
más estresado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estresado
αρσενικό πληθυντικό
estresados
θηλυκό ενικό
estresada
θηλυκό πληθυντικό
estresadas
Παραδείγματα
El tráfico me pone estresado cada mañana.
Η κυκλοφορία με κάνει αγχωμένο κάθε πρωί.



























