estresado
est
est
est
re
ɾe
re
sa
ˈsa
sa
do
ðo
dho
estragadoestriadoestreñidoestrellado

Ορισμός και σημασία του "estresado"στα ισπανικά

01

αγχωμένος, τεταμένος

que siente mucho estrés o tensión 
estresado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estresado
συγκριτικός βαθμός
más estresado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estresado
αρσενικό πληθυντικό
estresados
θηλυκό ενικό
estresada
θηλυκό πληθυντικό
estresadas
Παραδείγματα
Estoy muy estresado por el trabajo. 

Είμαι πολύ αγχωμένος από τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store