Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estrenar
[past form: estrené][present form: estreno]
01
πρεμιέρα (ρήμα)
representar o mostrar por primera vez un espectáculo o una película
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estreno
γ΄ ενικό πρόσωπο
estrena
ενεστώτα μετοχή
estrenando
απλός αόριστος
estrené
παθητική μετοχή
estrenado
Παραδείγματα
La película se estrenó con gran éxito en el festival de cine.
Η ταινία estrenó με μεγάλη επιτυχία στο φεστιβάλ κινηματογράφου.



























