estrenar
est
est
est
re
ɾe
re
nar
ˈnaɾ
nar
estrellarestrecharestresar

Ορισμός και σημασία του "estrenar"στα ισπανικά

estrenar
01

πρεμιέρα (ρήμα)

representar o mostrar por primera vez un espectáculo o una película 
estrenar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estreno
γ΄ ενικό πρόσωπο
estrena
ενεστώτα μετοχή
estrenando
απλός αόριστος
estrené
παθητική μετοχή
estrenado
Παραδείγματα
La directora va a estrenar su nueva película este viernes. 

Η σκηνοθέτης θα πρεμιέρα τη νέα της ταινία αυτήν την Παρασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store