Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estructurar
01
δομώ, οργανώνω
organizar o disponer las partes de algo de manera ordenada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estructuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
estructura
ενεστώτα μετοχή
estructurando
απλός αόριστος
estructuré
παθητική μετοχή
estructurado
Παραδείγματα
El profesor enseñó cómo estructurar un ensayo académico.
Ο δάσκαλος δίδαξε πώς να δομήσει μια ακαδημαϊκή έκθεση.



























