Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estructurar
01
δομώ, οργανώνω
organizar o disponer las partes de algo de manera ordenada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estructuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
estructura
ενεστώτα μετοχή
estructurando
απλός αόριστος
estructuré
παθητική μετοχή
estructurado
Παραδείγματα
Ella estructuró el informe de forma clara y lógica.
Δομήθηκε η αναφορά με σαφή και λογικό τρόπο.



























