Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patinar
01
πατινάρω, γλιστρώ
deslizarse sobre hielo, ruedas u otra superficie usando patines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
patino
γ΄ ενικό πρόσωπο
patina
ενεστώτα μετοχή
patinando
απλός αόριστος
patiné
παθητική μετοχή
patinado
Παραδείγματα
Ella aprendió a patinar cuando era niña.
Έμαθε να πατινάρει όταν ήταν παιδί.
02
ολισθαίνω, γλιστρώ
deslizarse sin control sobre una superficie resbaladiza
Παραδείγματα
El coche patinó sobre el hielo y giró 180 grados.
Το αυτοκίνητο γλίστρησε στον πάγο και περιστράφηκε 180 μοίρες.



























