Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vidrio
01
γυαλί, τζάμι
material duro y transparente que se usa para fabricar ventanas, vasos y otros objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El vidrio de la ventana está roto.
Το γυαλί του παραθύρου είναι σπασμένο.
LanGeek



























