Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capacidad
[gender: feminine]
01
χωρητικότητα
cantidad máxima que algo puede contener o soportar
Παραδείγματα
La capacidad máxima del ascensor es de seis personas.
Η μέγιστη χωρητικότητα του ανελκυστήρα είναι έξι άτομα.
02
ικανότητα, δυνατότητα
aptitud o talento para hacer algo bien
Παραδείγματα
La capacidad técnica de los ingenieros es fundamental.
Η τεχνική ικανότητα των μηχανικών είναι θεμελιώδης.



























