Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
canturrear
01
μουρμουρίζω, τραγουδώ σιγανοσιγά
cantar o tararear en voz baja de manera informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canturreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
canturrea
ενεστώτα μετοχή
canturreando
απλός αόριστος
canturreó
παθητική μετοχή
canturreado
Παραδείγματα
Mientras cocinaba, empezó a canturrear una melodía antigua.
Ενώ μαγείρευε, άρχισε να τραγουδάει χαμηλόφωνα μια παλιά μελωδία.



























