la capacidad
Pronunciation
/kˌapaθiðˈad/

Ορισμός και σημασία του "capacidad"στα ισπανικά

La capacidad
[gender: feminine]
01

χωρητικότητα

cantidad máxima que algo puede contener o soportar
la capacidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capacidades
Παραδείγματα
La capacidad máxima del ascensor es de seis personas.
Η μέγιστη χωρητικότητα του ανελκυστήρα είναι έξι άτομα.
02

ικανότητα, δυνατότητα

aptitud o talento para hacer algo bien
la capacidad definition and meaning
Παραδείγματα
La capacidad técnica de los ingenieros es fundamental.
Η τεχνική ικανότητα των μηχανικών είναι θεμελιώδης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store