Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capacidad
01
χωρητικότητα
cantidad máxima que algo puede contener o soportar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capacidades
Παραδείγματα
La capacidad del salón es de 100 personas.
Η χωρητικότητα της αίθουσας είναι 100 άτομα.
02
ικανότητα, δυνατότητα
aptitud o talento para hacer algo bien
Παραδείγματα
La capacidad de comunicación es importante en el trabajo.
Η ικανότητα επικοινωνίας είναι σημαντική στη δουλειά.



























