la capacidad
ca
ka
ka
pa
pa
pa
ci
θi
thi
dad
ˈðað
dhadh
caducidad

Ορισμός και σημασία του "capacidad"στα ισπανικά

01

χωρητικότητα

cantidad máxima que algo puede contener o soportar 
la capacidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capacidades
Παραδείγματα
La capacidad del salón es de 100 personas. 

Η χωρητικότητα της αίθουσας είναι 100 άτομα.

02

ικανότητα, δυνατότητα

aptitud o talento para hacer algo bien 
la capacidad definition and meaning
Παραδείγματα
La capacidad de comunicación es importante en el trabajo. 

Η ικανότητα επικοινωνίας είναι σημαντική στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store