Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensayar
[past form: ensayé][present form: ensayo]
01
κάνω πρόβα
practicar una actividad para mejorar o preparar una presentación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ensayo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensaya
ενεστώτα μετοχή
ensayando
απλός αόριστος
ensayé
παθητική μετοχή
ensayado
Παραδείγματα
El grupo ensaya todos los días por la tarde.
Η ομάδα κάνει πρόβες κάθε απόγευμα.



























