Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enseñar
[past form: enseñé][present form: enseño]
01
διδάσκω, διδάξω
mostrar o explicar algo para que otra persona lo aprenda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enseño
γ΄ ενικό πρόσωπο
enseña
ενεστώτα μετοχή
enseñando
απλός αόριστος
enseñé
παθητική μετοχή
enseñado
Παραδείγματα
El entrenador enseña nuevas técnicas a los jugadores.
Ο προπονητής διδάσκει νέες τεχνικές στους παίκτες.



























