estropeado
Pronunciation
/ˌestɾopeˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "estropeado"στα ισπανικά

estropeado
01

κατεστραμμένος, ζημιωμένος

que está dañado o no funciona bien
estropeado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estropeado
συγκριτικός βαθμός
más estropeado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estropeado
αρσενικό πληθυντικό
estropeados
θηλυκό ενικό
estropeada
θηλυκό πληθυντικό
estropeadas
Παραδείγματα
El aire acondicionado está estropeado en esta habitación.
Το κλιματιστικό είναι χαλασμένο σε αυτό το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store