Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estropeado
01
κατεστραμμένος, ζημιωμένος
que está dañado o no funciona bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estropeado
συγκριτικός βαθμός
más estropeado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estropeado
αρσενικό πληθυντικό
estropeados
θηλυκό ενικό
estropeada
θηλυκό πληθυντικό
estropeadas
Παραδείγματα
El aire acondicionado está estropeado en esta habitación.
Το κλιματιστικό είναι χαλασμένο σε αυτό το δωμάτιο.



























