Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comunicar
01
συνδέω, συνδέω τηλεφωνική γραμμή
conectar una llamada o línea telefónica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
comunico
γ΄ ενικό πρόσωπο
comunica
ενεστώτα μετοχή
comunicando
απλός αόριστος
comuniqué
παθητική μετοχή
comunicado
Παραδείγματα
¿Me puedes comunicar con la oficina, por favor?
02
επικοινωνώ, μεταδίδω
establecer contacto o intercambiar información con otra persona
Παραδείγματα
Nos comunicamos por teléfono todos los días.
Επικοινωνούμε με τηλέφωνο κάθε μέρα.



























