Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
computar
01
υπολογίζω
realizar cálculos o determinar un resultado mediante operaciones matemáticas o lógicas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
computo
γ΄ ενικό πρόσωπο
computa
ενεστώτα μετοχή
computando
απλός αόριστος
computó
παθητική μετοχή
computado
Παραδείγματα
El sistema puede computar los datos automáticamente.
Το σύστημα μπορεί να υπολογίσει τα δεδομένα αυτόματα.



























