Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comunicado
01
προσβάσιμος, διαθέσιμος
que está abierto, disponible o puede ser alcanzado fácilmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más comunicado
συγκριτικός βαθμός
más comunicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
comunicado
αρσενικό πληθυντικό
comunicados
θηλυκό ενικό
comunicada
θηλυκό πληθυντικό
comunicadas
Παραδείγματα
El edificio es comunicado para personas con movilidad reducida.
Το κτίριο είναι προσβάσιμο για άτομα με μειωμένη κινητικότητα.
El comunicado
01
επίσημη ανακοίνωση, δηλώσεις
un anuncio o declaración oficial escrita dirigida al público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comunicados
Παραδείγματα
Firmaron un comunicado conjunto tras la reunión.
Υπέγραψαν κοινή ανακοίνωση μετά τη συνάντηση.



























