Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amueblado
01
επιπλωμένος
que tiene muebles dentro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amueblado
συγκριτικός βαθμός
más amueblado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amueblado
αρσενικό πληθυντικό
amueblados
θηλυκό ενικό
amueblada
θηλυκό πληθυντικό
amuebladas
Παραδείγματα
El piso amueblado incluye sofá y mesa.
Το επιπλωμένο διαμέρισμα περιλαμβάνει καναπέ και τραπέζι.



























