Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facturar
01
κάνω check-in, εγγράφω
registrarse o entregar equipaje y datos al llegar a un hotel o aeropuerto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
facturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
factura
ενεστώτα μετοχή
facturando
απλός αόριστος
facturé
παθητική μετοχή
facturado
Παραδείγματα
Vamos a facturar en el hotel a las tres.
Θα κάνουμε check-in στο ξενοδοχείο στις τρεις.



























