Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El oído
01
ακοή
sentido que permite percibir sonidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oídos
Παραδείγματα
Perdió el oído después del accidente.
Έχασε την ακοή του μετά το ατύχημα.
02
αυτί
órgano del cuerpo que permite oír, ubicado en la cabeza
Παραδείγματα
Me duele el oído izquierdo.
Πονάει το αριστερό μου αυτί.



























