Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vaciar
[past form: vacié][present form: vacío]
01
αδειάζω, εκκενώνω
sacar todo lo que hay dentro de algo para dejarlo vacío
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vacio
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacía
ενεστώτα μετοχή
vaciando
απλός αόριστος
vacié
παθητική μετοχή
vaciado
Παραδείγματα
Vaciaron el tanque de agua para limpiarlo.
Άδειασαν τη δεξαμενή νερού για να την καθαρίσουν.
02
αδειάζω, πιω μέχρι τέλους
beber el contenido completo de un recipiente, dejándolo vacío
Παραδείγματα
Antes de salir del bar, vació su copa.
Πριν φύγει από το μπαρ, άδειασε το ποτήρι του.



























