Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comportar
01
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
actuar de cierta manera, especialmente en sociedad o con otras personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
comporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
comporta
ενεστώτα μετοχή
comportando
απλός αόριστος
me comporté
παθητική μετοχή
comportado
Παραδείγματα
Los niños deben comportarse bien en la escuela.
Τα παιδιά πρέπει να συμπεριφέρονται καλά στο σχολείο.
LanGeek



























