Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
variable
01
μεταβλητός
que puede cambiar o variar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más variable
συγκριτικός βαθμός
más variable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
variable
αρσενικό πληθυντικό
variables
θηλυκό ενικό
variable
θηλυκό πληθυντικό
variables
Παραδείγματα
El nivel de ruido en la calle es variable.
Το επίπεδο θορύβου στο δρόμο είναι μεταβλητό.
La variable
01
μεταβλητή, μεταβαλλόμενο μέγεθος
símbolo o cantidad que puede cambiar en un experimento o cálculo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
variables
Παραδείγματα
Cada variable tiene un valor diferente.
Κάθε μεταβλητή έχει διαφορετική τιμή.
Λεξικό Δέντρο
variable
vary



























