la compra
comp
ˈkomp
komp
ra
ɾa
ra

Ορισμός και σημασία του "compra"στα ισπανικά

01

αγορές, ψώνια

acción de comprar alimentos o productos para la casa 
la compra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
compras
Παραδείγματα
Hoy hice la compra en el supermercado. 

Σήμερα έκανα τις αγορές στο σούπερ μάρκετ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store