cimo
ˈde
de
ci
θi
thi
mo
mo
mo

Ορισμός και σημασία του "décimo"στα ισπανικά

01

δέκατος

que ocupa el lugar número diez en una serie o secuencia 
décimo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décimo
αρσενικό πληθυντικό
décimos
θηλυκό ενικό
décima
θηλυκό πληθυντικό
décimas
Παραδείγματα
El décimo piso del edificio tiene una piscina. 

Ο δέκατος όροφος του κτιρίου έχει πισίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store