Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décimo
01
δέκατος
que ocupa el lugar número diez en una serie o secuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décimo
αρσενικό πληθυντικό
décimos
θηλυκό ενικό
décima
θηλυκό πληθυντικό
décimas
Παραδείγματα
Ganó el décimo premio en el concurso de fotografía.
Κέρδισε το δέκατο βραβείο στο διαγωνισμό φωτογραφίας.



























