equivocar
e
e
e
qui
ki
ki
vo
βo
bo
car
ˈkaɾ
kar
maquillarpellizcaraproximardivorciar

Ορισμός και σημασία του "equivocar"στα ισπανικά

equivocar
01

κάνω λάθος, διαπράττω λάθος

cometer un error o hacer algo incorrecto 
equivocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
equivoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
equivoca
ενεστώτα μετοχή
equivocando
απλός αόριστος
me equivoqué
παθητική μετοχή
equivocado
Παραδείγματα
Me equivoqué en la respuesta del examen. 

Έκανα λάθος στην απάντηση της εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store