Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entender
01
καταλαβαίνω
captar el sentido o significado de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
entiende
ενεστώτα μετοχή
entendiendo
απλός αόριστος
entendí
παθητική μετοχή
entendido
Παραδείγματα
¿Entiendes este problema de matemáticas?
Καταλαβαίνεις αυτό το μαθηματικό πρόβλημα ;
02
καταλαβαίνω
percibir y compartir los sentimientos o puntos de vista de otra persona
Παραδείγματα
Puedo entender cómo te sientes.
Μπορώ να καταλάβω πώς αισθάνεσαι.
03
καταλαβαίνω
percibir algo como lógico, correcto o razonable
Παραδείγματα
Entiendo por qué tomaste esa decisión.
Καταλαβαίνω γιατί πήρες αυτή την απόφαση.



























