Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entender
01
καταλαβαίνω
captar el sentido o significado de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
entiende
ενεστώτα μετοχή
entendiendo
απλός αόριστος
entendí
παθητική μετοχή
entendido
Παραδείγματα
Es fácil entender las instrucciones del libro.
Είναι εύκολο να κατανοήσεις τις οδηγίες του βιβλίου.
02
καταλαβαίνω
percibir y compartir los sentimientos o puntos de vista de otra persona
Παραδείγματα
Es importante entender a tu pareja.
Είναι σημαντικό να καταλαβαίνεις τον σύντροφό σου.
03
καταλαβαίνω
percibir algo como lógico, correcto o razonable
Παραδείγματα
Entiendo tu punto de vista.
Καταλαβαίνω την άποψή σου.



























